αμαχητί

[амахити] εκίρ. без боя, без сопротивления,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμαχητί" в других словарях:

  • ἀμαχητί — without battle indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαχητί — επίρρ. (Α ἀμαχητὶ) [ἀμάχητος] δίχως μάχη, δίχως χρήση όπλων και βίας νεοελλ. δίχως αντίσταση, δίχως αντίρρηση …   Dictionary of Greek

  • PASTORES — Aegyptiis per contemptum Hycsos, h. e. Reges Pastores dicti, e Phoenicia oriundi Africano; Arabes alils; forte Arabaegyptii, quos Prolemaeus extra montes Aegypti ad sinus Arabici littoris collocat, Geogr. l. 4. postquam hactenus profundâ pace… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SETHOSIS — Iosepho contra Apion. qui Sesostris Herodoto l. 2. c. 101. et Sesoosis Diodoro, Thebanorum Rex LV. patri Amenophi III. ultimo eorum temporum, quae Sacerdotibus Aegyptiis ingloria ferebantur, apud Diodorum Sic. l. 1. successit. Hactenus enim… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αμάχητος — η, ο (Α ἀμάχητος, ον) νεοελλ. αδιάσειστος, ατράνταχτος (για επιχειρήματα, τεκμήρια) αρχ. 1. ακαταμάχητος, ακαταγώνιστος 2. αυτός που δεν πήρε ακόμη μέρος σε μάχη 3. ο δίχως μάχη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + μαχητός < μά χομαι. ΠΑΡ. αμαχητί] …   Dictionary of Greek

  • κύπρος — I Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου. Βρίσκεται Δ της Συρίας και Ν της Τουρκίας.Η Κ. είναι το τρίτο σε μέγεθος νησί της Μεσογείου και ανήκει γεωγραφικά μεν στη Μικρά Ασία, πολιτικά όμως στην Ευρώπη. Ο πληθυσμός της είναι 80% Ελληνοκύπριοι …   Dictionary of Greek

  • Κουντουριώτης, Παύλος — (Ύδρα 1855 – Παλαιό Φάληρο 1935). Ναύαρχος και πολιτικός, πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924 26, 1926 29). Γιος του Θεόδωρου και εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη (βλ. λ. Κουντουριώτης, 2.), κατατάχθηκε το 1875 στο Πολεμικό Ναυτικό,… …   Dictionary of Greek

  • Λέσβος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Λαπίθη από τη Θεσσαλία. Φέρεται ως ιδρυτής της πόλης Μυτιλήνης του επίσης ομώνυμού του νησιού του Αιγαίου. Ο Λ. παντρεύτηκε την Μήθυμνα, κόρη του τοπικού βασιλιά Μακαρέα. Ο σχετικός μύθος υποδηλώνει ότι οι… …   Dictionary of Greek

  • Μεζόν, Νικολά Ζοζέφ — (Nicolas Joseph Maison, Επινέ 1770 – Παρίσι 1840). Γάλλος στρατάρχης. Το 1792 κατετάγη στα γαλλικά επαναστατικά στρατεύματα ως εθελοντής. Διακρίθηκε χάρη στην ανδρεία και στις διοικητικές του ικανότητες κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων …   Dictionary of Greek

  • Μωάμεθ — (αραβ. Μουχάματ, Μέκκα περ. 570 – Μεδίνα 632). Προφήτης και ιδρυτής του Ισλαμισμού. Για τη ζωή του Μ. η μόνη ασφαλής πηγή είναι το Κοράνιο, το οποίο όμως περιέχει ελάχιστο βιογραφικό υλικό. Ακολουθεί η Σίρα ή «Υποδειγματική ζωή» του προφήτη, που… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.